
Είχε περάσει τα στενά και βγήκε στο ξέφωτο. Ισα που φαίνονταν ψηλά το καταφύγιο. Ο καιρός στον ορίζοντα αγρίευε. Συνέχισε να περπατάει κρατώντας το κεφάλι χαμηλά. Ο αέρας είχε παγώσει, σφύριζε. Κοίταξε δεξιά κι είδε την Γκαμήλα όρθια τίγκα στο χιόνι. « Θα το σκεπάσει απόψε» θυμήθηκε τις συζητήσεις. Η ανάσα κοφτή, να βγει η ανηφόρα. Είχε ακόμη μια ώρα δρόμο. Θα έφτανε πριν να νυχτώσει ή θα τον έφτανε η νύχτα μες στα βράχια; Θα προλάβαινε το χιόνι η θα τον βρίσκανε παγωμένο; Κάθε ερώτημα βάραινε και το βήμα του. Χοντρές σταγόνες ιδρώτα ξεραίνονταν από τον αέρα στο πρόσωπο του. Μάνιαζε ο καιρός, ξύριζε… Ένα κουράγιο ακόμη… Κι εδώ.. Εδώ πίσω από το βράχο ήταν ένας σκύλος, δεν τον γαύγισε… του έδειξε τα δόντια.. το χιόνι άρχισε να πέφτει….
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Varalis" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
