Άκου το άγρυπνο σώμα του καλοκαιριού. Ανατέλλει στα μάτια του παιδιού ο φοβισμένος λαγός. Τον ξέρεις. Τον αντάμωσες παιδί στα όνειρά σου. Μια μέρα ανέβηκε στη γέφυρα και σου είπε «έλα». Άκουσες μόνο τον ήχο του νερού πάνω στο βλέμμα εκείνου που ραγίζει τον παλιό καθρέφτη της εφηβείας σου και σου επιστρέφει ακέραιος μετά την ανατολή των ματιών των δικών σου ανθρώπων. Το ξέρω πως έφυγαν.. Το ξέρω είναι γραμμένο μέσα στη μνήμη του λωτού την ώρα που ανθίζει εις μνημόσυνο.. το ξέρω το είδα μια φορά στη μέση του πελάγου στην ανατολή που κάρφωνε ο ήλιος τα μικρά κεράκια πάνω στα κύματα. Θέλω να σου πω ότι πρέπει να συνθέσω μια εικόνα του κόσμου να σου τη δώσω προσκεφάλι για ύπνο και δεν μπορώ. Εμποδίζομαι από τα χρόνια μου που μαζευτήκαν και μου χαλάνε την βασιλεία των ουρανών. Την ξέρεις.. ναι την ξέρεις…. εκείνη που αναβλύζει από τη σιωπή, απρόσκλητη, γεμάτη με φωτεινούς μεταξοσκώληκες και μεγαλώνει στην καρδιά σου, και μεγαλώνει η καρδιά σου και γίνεται δέντρο να κάθονται από κάτω οι ανθρώποι να μιλάνε.
Για αυτό δεν πεθαίνουνε οι άνθρωποι… γιατί δεν ξέρουνε πώς …. γιατί δεν χρειάστηκε πια μετά από την καλοσύνη που έβρεξε ο ουρανός. Μη μιλάς το ξέρω πως μιλάω με αινίγματα είναι για να τα πω πιο καθαρά, να μην τρομάξεις από την απλότητα. Γιατί σε αυτή θα φτάσουμε θέλουμε δεν θέλουμε στην απλότητα της αρμονίας και στην αρμονία της απλότητας που δεν σου λέω τη λέξη Θεός γιατί πάλι θα μπλέξουμε με ονόματα και θα χαθούμε.
Τώρα βαδίζουμε μέσα στο «ευ» το πολύ και το ελάχιστο , η θέση διαφέρει. Οπότε φύγε ελεύθερος από μας κι απαλλαγμένος. Τα μεγάλα ταξίδια δεν θέλουνε βαρίδια.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Varalis" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
