Είχα χρόνια να τον δω, από το γυμνάσιο. Οι άσπρες τρίχες υπερτερούσαν και ρυτίδες γύρω από τα μάτια είχαν πληθύνει. Με γνώρισε και σφίξαμε τα χέρια. Γυρίσαμε σε εκείνα τα χρόνια που δεν γνώριζαν υποχρεώσεις, που δεν γνώριζαν ουρές κι αναμονές. Ήξεραν μόνο μια ορμή που θα άλλαζε τον κόσμο, θα άλλαζε την ζωή. Που θα την έπαιρνε από τη μιζέρια της καθημερινότητας και την θα την έκανε χαρά και προσφορά και αγάπη.
Και μετά ήρθε η βουτιά στην πραγματικότητα. Το δάνειο για το σπίτι, το δάνειο για το αυτοκίνητο. Δανειζόμασταν από το μέλλον για να ζήσουμε το παρόν. Η ζωή δεν πήγαινε προς το μέλλον δεν είχε πίστη στο μέλλον. Μόνο στο παρόν είχε πίστη, στο τώρα. Αυτό το παρόν που διέφευγε. Και πολεμώντας για το παρόν αυτό σου έφευγε γιατί στο παρόν βρίσκεσαι μόνο όταν έχεις συνείδηση. Το σπίτι που θεωρήσαμε ότι είναι απόλυτη αξία το βλέπαμε μόνο το βράδυ. Το τρέξιμο αδιάκοπο «η εργασία απελευθερώνει». Και το αυτοκίνητο εκεί πηγαίνοντας μία μόνο διαδρομή εκείνη που επιτρέπεται στους ισοβίτες, μεταφέροντας συνεχώς το όραμα στην εκδρομή του αύριο που δεν έρχεται καθώς το σήμερα πάντα πιέζει, το σήμερα είναι κλειστό και το αύριο υποθηκευμένο. «Πως τα περνάς;» «Καλά, εσύ;» «Παιδιά;» «Χώρισα. Έφυγε. Δεν άντεχε άλλο. Δούλευα από το πρωί ως το βράδυ» «Και τώρα τι κάνεις;» «Μόνος είμαι. Στην ανάρρωση. Πριν ένα μήνα έπαθα έμφραγμα» «Να βρεθούμε βρε φίλε» « Ναι μωρέ να μη χαθούμε» Τον είδα να απομακρύνεται με το κεφάλι σκυμμένο και το σακάκι ξεφτισμένο λίγο μου φάνηκε στον αγκώνα. Η τσάντα του κρέμονταν στο άλλο χέρι. Το ήξερα πως δεν θα βρισκόμασταν ξανά. Και το σακάκι θα ξεσκίζονταν εκεί στον αγκώνα.
Κύριε, όχι μ᾿ αυτούς. Γνώρισα
τη φωνή των παιδιών την αυγὴ
πάνω σε πράσινες πλαγιὲς ροβολώντας
χαρούμενα σα μέλισσες και σαν
τις πεταλούδες με τόσα χρώματα.
Κύριε, όχι μ᾿ αυτούς, ἡ φωνή τους
δε βγαίνει καν ἀπὸ τὸ στόμα τους.
Στέκεται κει κολλημένα σε κίτρινα δόντια.
Δική σου ἡ θάλασσα κι ὁ αγέρας
μ᾿ ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
Κύριε, δε ξέρουνε πώς είμαστε
ότι μπορούμε να είμαστε
γιατρεύοντας τὶς πληγές μας με τα βότανα
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλάγιες
όχι άλλες, τούτες τις πλαγίες κοντά μας,
πώς ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν᾿ ανασαίνουμε
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί
που βρίσκει τ᾿ ακρογιάλι ταξιδεύοντας
στα χάσματα της μνήμης.
Κύριε, όχι μ᾿ αυτούς
Ας γίνει αλλιώς το θέλημά Σου.
(Γ. Σεφέρης, Υστερόγραφο)
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Varalis" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
