Για τις 28 Ιανουαρίου αναβλήθηκε η εκδίκαση από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου της υπόθεσης εκβίασης εργοδότη, με κατηγορούμενους το συνδικαλιστή και αντιπρόεδρο του Εργατικού Κέντρου Βόλου Τ. Τριανταφυλλάκο και την 29χρονη, πρώην εργαζόμενη σε συνεργείο αυτοκινήτων του Βόλου. Το δικαστήριο, αφού αρχικά επιφυλάχθηκε, απέρριψε έπειτα από πρόταση του εισαγγελέα της έδρας τα αιτήματα που υποβλήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης για 15θήμερη αναβολή και η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε λίγο πριν τις 5 το απόγευμα, με την κατάθεση του πολιτικού ενάγοντος, του 45χρονου ιδιοκτήτη συνεργείου αυτοκινήτων, στην επιχείρηση του οποίου εργαζόταν η 29χρονη κατηγορούμενη. Μετά την ολοκλήρωση ωστόσο της κατάθεσης του μάρτυρα, στο «επίκεντρο» βρέθηκε το επίμαχο βιβλίο της επιχείρησης, το οποίο η 29χρονη φεύγοντας από την επιχείρηση το πήρε μαζί της και το επέστρεψε έναντι ποσού 9.000 ευρώ. Ο εισαγγελέας της έδρας πρότεινε αναβολή για να προσκομιστεί το βιβλίο και το δικαστήριο ανέβαλε τη δίκη για την ερχόμενη Τετάρτη. Ο πολιτικός ενάγων κατέθεσε στο δικαστήριο ότι η 29χρονη εργαζόταν στην επιχείρησή του ως τηλεφωνήτρια και διέκοψε την εργασία της στις 10/1/2009, όταν επέστρεψε μετά τις διακοπές των εορτών και μετά από ορισμένες ημέρες επιπλέον άδειας που είχε ζητήσει για προσωπικούς της λόγους. Επιστρέφοντας στην εργασία της, ο εργοδότης της την παρέπεμψε στον λογιστή, λέγοντας ότι δεν είναι δυνατόν να πηγαίνει και να φεύγει από τη δουλειά της όποτε επιθυμεί. Ο 45χρονος ανέφερε στο δικαστήριο ότι η απόλυσή της δεν πρόλαβε να γίνει, καθώς η ίδια έφυγε και δεν είχε έκτοτε καμία συνομιλία μαζί της. Δύο ημέρες αργότερα δέχθηκε, όπως είπε, τηλεφώνημα άγνωστης στον ίδιο γυναίκας, η οποία δήλωσε φίλη της 29χρονης. Το τηλεφώνημα του «κόστισε», σύμφωνα με τα λεγόμενα του μάρτυρα, ποσό 6.000 ευρώ. Ζήτησε μάλιστα άρση απορρήτου του κινητού τηλεφώνου, που αποδεικνύει, όπως είπε, τις κλήσεις και τα μηνύματα που δέχθηκε σχετικά με την υπόθεση. Όταν ο ίδιος ρώτησε την άγνωστη γυναίκα γιατί να δώσει 6.000 ευρώ, του απάντησε ότι αφορούσαν σε αποπληρωμή ενσήμων. Τον ενημέρωσε ακόμη ότι η 29χρονη είχε στην κατοχή της έγγραφα της επιχείρησης και τότε ο ίδιος, αναζητώντας τα, κατάλαβε ότι έλειπαν από τα συρτάρια του συνεργείου. Τα έγγραφα, όπως είπε στο δικαστήριο, αφορούσαν σε τιμολόγια, στοιχεία πελατών του, συναλλαγματικές κ.α. και χωρίς αυτά ήταν αδύνατο να λειτουργήσει η επιχείρηση. Ο 45χρονος ανέφερε ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με την 29χρονη, αλλά δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματά του, ενώ δεν μπόρεσε να την εντοπίσει ούτε στο σπίτι της, το οποίο επισκέφθηκε. Στις 13 Ιανουαρίου δέχθηκε μήνυμα στο κινητό του από τον αριθμό τηλεφώνου τής πρώην υπάλληλου του, η οποία τον ενημέρωνε να δώσει τα χρήματα που ζητούσε στο λογιστή και εκείνη θα παρέδιδε το βιβλίο. Όμως τότε ξεκίνησε ένας κυκεώνας, όπως ανέφερε καταθέτοντας, αφού κάθε ημέρα το ποσό αυξανόταν κατά 2.000 ευρώ. Τηλεφώνημα δέχθηκε, όπως είπε, από τον κ. Τριανταφυλλάκο, τον οποίο δεν γνώριζε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ο κ. Τριανταφυλάκος, σύμφωνα με τον μάρτυρα, δεν γνώριζε αρχικά ότι η 29χρονη κρατούσε έγγραφα της επιχείρησης και είπε ότι θα διευθετήσει το θέμα και να δοθούν πίσω τα παραστατικά. Ο ιδιοκτήτης του συνεργείου ανέφερε ότι δέχθηκε και άλλα τηλεφωνήματα τις επόμενες ημέρες από τον κ. Τριανταφυλλάκο, «για να γίνει το παζάρι», όπως είπε. Το ποσό που του ζητήθηκε τελικά να καταβάλει ήταν 10.000 ευρώ, ο ίδιος όμως τους είπε ότι μπορούσε να βρει και να δανειστεί 9.000 ευρώ, στο οποίο και συμφώνησαν, ώστε να επιστραφεί το βιβλίο. «Δεν άντεξα όμως τον απαράδεκτο εκβιασμό», κατέθεσε ο 45χρονος, ο οποίος ενημέρωσε την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Βόλου.
Η «παράδοση»
Τα έγγραφα της επιχείρησης τα πήρε πίσω, όταν στο ΙΚΑ παρέδωσε ποσό 7.000 ευρώ –τα οποία ήταν προσημειωμένα- και συναλλαγματική 2.000 ευρώ στην 29χρονη, παρουσία του κ. Τριανταφυλλάκου, μιας γυναίκας που δεν γνώριζε, του λογιστή και του βοηθού λογιστή. Σε ερώτηση του δικαστηρίου πώς ο κ. Τριανταφυλλάκος ενεπλάκη στην υπόθεση, απάντησε ότι δεν το γνώριζε και ότι όταν δέχθηκε το τηλεφώνημά του συστήθηκε ως φίλος της 29χρονης. Ακολούθησαν πολλές ερωτήσεις προς τον μάρτυρα από το δικαστήριο και τους δικηγόρους των δύο πλευρών για τον ακριβή χρόνο απασχόλησης της 29χρονης, το ύψος του μισθού της, τους μήνες που εργάζονταν με ένσημα κ.α. Μετά το τέλος της κατάθεσής του η πλευρά της υπεράσπισης ανέφερε ότι ο μάρτυρας έπεσε σε αντιφάσεις σχετικά με το χρόνο απασχόλησης της 29χρονης και τις ασφαλιστικές εισφορές και ζήτησε να προσκομιστεί το βιβλίο, στο οποίο έχουν σημειωθεί, όπως ειπώθηκε, οι ημέρες και οι ώρες απασχόλησής της και αποδεικνύεται ότι η αξίωσή της ήταν νόμιμη. Η πλευρά της πολιτικής αγωγής υποστήριξε ότι το δικαστήριο δεν ενδιαφέρουν οι εργατικές διαφορές, αλλά η πράξη που τελέστηκε και τα στοιχεία αποδεικνύουν. Ο εισαγγελέας της έδρας πρότεινε αναβολή για να προσκομιστεί το βιβλίο για να διερευνηθεί το περιεχόμενό του. Ο ίδιος ανέφερε ότι η διαπραγμάτευση έγινε με παράνομο τρόπο και ο υπάλληλος δεν είχε δικαίωμα να το αφαιρέσει. Το δικαστήριο ανέβαλε μετά από δεκάλεπτη διακοπή τη δίκη για τις 28 Ιανουαρίου και αποδέχθηκε το αίτημα της υπεράσπισης για προσκόμιση μιας σειράς εγγράφων, εκτός από το επίμαχο βιβλίο, καθώς και την κλήση ως μάρτυρα επόπτη της Επιθεώρησης Εργασίας. |