Το είχε σχεδιάσει καλά. Θα ήταν μια ξανθιά, 180 περίπου όχι πολύ αδύνατη, ας ήταν γεματούλα. Τα μάτια φυσικά θα ήτανε γαλάζια και θα είχε σίγουρα ένα μεγάλο στήθος. Μέχρις εδώ καλά. Αυτό ήταν το εξωτερικό πρότυπο. Θα έπρεπε να χτίσει την προϊστορία.
Θα γεννιότανε σε μια επαρχιακή πόλη, ας πούμε τη Λάρισα. Αν και στα χρόνια μας ο γενέθλιος τόπος δεν έχει σημασία, εκτός του ότι περιβάλλει τα παιδικά χρόνια που είναι γεμάτα με θαυμάσια πράγματα μεγάλου μεγέθους, που όμως όταν περάσουν τα χρόνια τα βρίσκεις εξαιρετικά παιδαριώδη. Ας πούμε λοιπόν στην Λάρισα. Ο πατέρας της ας πούμε, ότι είναι περιποιητής εικόνων, δηλαδή του εκθέτουν οι άλλοι τι εικόνες θέλουν να προβάλλουν και αυτός τις βελτιώνει και τις κάνει και καλύτερες. Ένα θαυμάσιο επάγγελμα αρκετά προσοδοφόρο στις μέρες μας, που όλοι βέβαια ξέρουν την προϊστορία. Εν πάση περιπτώσει, αυτός που περιποιείται τις εικόνες των άλλων είναι ένα αξιοσέβαστο άτομο στην κοινωνία, που χαίρει άκρας δημοτικότητας και χαίρει, βέβαια, σοβαρής υλικής επιβράβευσης καθώς η ικανότητα του μέσου ανθρώπου να ονειρεύεται έχει μειωθεί σημαντικά.
Ο πατέρας της ήταν ευκατάστατος αλλά υπαρκτός. Η μητέρα της ήταν πολύ όμορφη αλλά ακατάστατη γενικά. Η επικοινωνία τους έφερνε εκρηκτικές καταστάσεις στο σπίτι γιατί η μητέρα της πάντα κορόιδευε τον πατέρα της που «σιγά την δουλειά που είχε. Μα να μην έχει ούτε ένα εικονικό σπίτι;» Αυτή ήταν η μπηχτή της γιατί ο πατέρας της μέσα στο σπίτι αρνούνταν να τρέφει και να περιποιείται όνειρα, τέτοιου είδους που φρόντιζε κάθε μέρα. Έλεγε πως αυτοί σχεδιάζουν ακόμα και τον τρόπο που ονειρεύονται οι άνθρωποι για να μπορούν να τους ελέγχουν. Μια διαφήμιση μέσα στο όνειρο είναι όσες μπορεί να προσφέρει μια καμπάνια σε όλον τον κόσμο. Στο σπίτι λοιπόν, διάβαζε κάτι πράγματα που τα είχε από πολύ παλιά χρόνια. Τα λέγανε όπως μας είπε βιβλία. Αλλά εκτός του ότι είχαν απαγορευθεί, δεν υπήρχαν πλέον. Αυτός είχε από τον προ- προ – προ παππού του που πρέπει να είχε γεννηθεί τον 21ο αιώνα. Τόσο παλιά ήταν τα βιβλία. Ο πατέρας της πήγαινε στο υπόγειο το απόγευμα και έκλεινε την πόρτα. Έβγαινε το βράδυ και το πρόσωπο του είχε μια παράξενη λάμψη. Μετά πήγαινε και έβαζε ένα ποτήρι κρασί και το έπινε σιγά- σιγά. Το κρασί το έφτιαχνε μόνος του γιατί απαγορεύονταν. Από τότε που κυκλοφόρησαν τα virtual ποτά το κρασί είχε εξαφανιστεί. Τα ξέρεις για να μην σε κουράζω, αυτά που σου παίρνουν υλικό από το DNA και σου βγάζουν το ποτό που έχεις ανάγκη και δεν θα σε πειράξει. Πάντως από τότε που τα βγάλανε τα ποτά έχουμε ησυχάσει από τους καυγάδες. Ησυχάσαμε και από τα τραγούδια στο διαδίκτυο που τα βράδια παρέες από χάκερς, σπάζανε τους κωδικούς και σου τραγουδούσανε, αθώα χρόνια.
Η Αλίκη ας την πούμε έτσι, ζει με αυτόν τον πατέρα και μια νύχτα που αυτός έχει πάει να περιποιηθεί ένα όνειρο, σε έναν σεληνιακό σταθμό, που υπέφεραν οι άνθρωποι από έλλειψη φρικιαστική ονείρων και πλήρωναν όσο- για έναν καλό περιποιητή. Μια μέρα λοιπόν, νύχτα τέλος πάντων, κατέβηκε κάτω στο υπόγειο. Και είδε έντρομη έναν άλλο κόσμο που ήξερε μόνο από ντοκιμαντέρ. Βαρέλια με κρασί αφημένα. Δερμάτινα σαλόνια και μιλάμε για πραγματικό δέρμα από αυτό που είχε απαγορευτεί πριν από 30 χρόνια οριστικά σε όλον τον κόσμο. Και γύρω γύρω στους τείχους είδε αυτά τα παράξενα πράγματα που τα έλεγε ο πατέρα του βιβλία. Άνοιξε ένα στην τύχη:
Αγάπησε και πίστεψε πώς θα την γράψει ο Όμηρος
και γελάστηκε ένα φθινόπωρο
όταν το κορμί της δόθηκε χωρίς την πληρωμή
πολέμων
και η προσβολή της γενιάς της πνίγηκε
στα ρόδα και τους θρήνους της Τροίας….
Τι ήταν αυτό; Τι θα πει αγάπησε; Και τι σημαίνει το κορμί της δόθηκε; Σε ποιόν δόθηκε και τι σημαίνει δίνεται ένα κορμί; Κι αυτός ο Όμηρος ποιος είναι που έγραφε; Τι σημαίνει γράφω; Διάβασε έξω από το βιβλίο «Οι διάφανες συμφωνίες της Πέμπτης» Ποιήματα. Τι είναι αυτά τα ποιήματα; Τι είναι τα βιβλία; Ήταν χαμένη στις σκέψεις της όταν είδε στην κάμερα τις υπέρυθρες να ανάβουν. Πετάχτηκε και πρόλαβε και έκλεισε την πόρτα, Έξω ήταν ο πατέρας της όχι ως φυσική οντότητα, αλλά ως προβολή « Έγινε τίποτα Αλίκη;» «Όχι πατέρα, πως σου πέρασε από το μυαλό. Πως τα περνάς εκεί πάνω;» «Δουλειά , πολύ δουλειά. Είσαι καλά πάντως, δεν θέλεις τίποτα;» «Όχι μπαμπά τίποτα, μου λείπεις» «Καλά μικρή μου, αύριο θα μου δώσουν ένα σελατελ και θα μπορώ να δημιουργώ ολόγραμμα όλη μέρα. Έστω και με την παλιά τεχνολογία θα είμαι και πάλι εκεί.» «Γιούπι» φώναξε. «γιατί εγώ δεν μπορώ να το κάνω» «Σου είπα να το κάνεις κοστίζει η εξωγήινη προβολή ένα σκασμό χρήματα, ενώ εγώ παίρνω από το γραφείο του» Θα του μιλούσε όταν θα έρχονταν στο σπίτι Θα τον ρωτούσε, που ήταν χρήσιμα αυτά τα βιβλία.
Σήμερα προχώρησε μέχρι εκεί. Είχε φτιάξει αρκετά πράγματα για τον χαρακτήρα της Αλίκης και ήταν σίγουρος ότι θα πήγαινε πολύ καλά. Ήταν σίγουρος ότι άμα τον πουλούσε στο διαδίκτυο θα έβγαζε πολλά χρήματα γιατί τα είχε όλα όμορφη, χυμώδης, ξανθιά με πατέρα περιποιητή ονείρων και ιδιαίτερα … ιδιαίτερα αυτό το χάρισμα θα έπρεπε να το προσέξει ιδιαίτερα. Τα βιβλία. Είναι ένα χαρακτηριστικό που δεν το βρίσκεις εύκολα, αφού κι αυτός είχε ξαφνιαστεί. Μια βιβλιοθήκη. Μόνο σε δισδιάστατα ντοκιμαντέρ, τα είχε δει σε κάτι πράγματα που παλιά τα λέγανε DVD. Είχε βρει κάτι σε ένα παλαιοπωλείο και έβγαλε τα μάτια του ώστε να σπάσει τους κώδικες να διαβάσει τα αρχεία. Κέρδος εξασφαλισμένο, μέλλον εξασφαλισμένο αποφάσισε να κοιμηθεί. Μπήκε χαρούμενος μέσα στο μηχάνημα του ύπνου και προγραμμάτισε τον ύπνο του σε ένα εξοχικό νησί κάπου μακριά στην Ισπανία.
Την άλλη μέρα αποφάσισε να μη συνεχίσει τον προγραμματισμό γιατί θέλησε να βγει έξω. Είχε να βγει πάνω από τρία χρόνια και σκέφθηκε ότι μάλλον είναι πολύ. Αλλά ο κύριος λόγος δεν είναι αυτός ήθελε να πάει στο παλαιοπωλείο να ρωτήσει αν είχαν υλικό που να έλεγε πως ήταν οι σχέσεις των ανθρώπων πριν πολλά χρόνια.
Εκεί βρήκε τον κύριο Νιπ να κάθεται καπνίζοντας. Το κάπνισμα δεν ήταν βέβαια απαγορευμένο αλλά και να ήθελε κάποιος να καπνίσει δεν υπήρχε τίποτα να αγοράσει. Πιο παλιά είχε κυκλοφορήσει η συσκευή smoking, που με προσομοίωση είχες τις ίδιες αντιδράσεις ενός καπνιστή, αλλά ο κύριος Νιπ συνέχιζε να καπνίζει με κάποιες ποσότητες καπνού που έβρισκε ακόμη, παράνομα, μέσω διαδυκτίου, από άλλα μέρη του κόσμου.
Τον ρώτησε και ο γερο – Νιπ γέλασε και του είπε κάτι φρικώδη πράγματα. Ότι οι άνθρωποι βρίσκονταν μαζί και αγκαλιάζονταν και έβγαζαν τα ρούχα τους και ακουμπούσε ο ένας τον άλλον και ανακατεύονταν τα υγρά τους. Εκεί αισθάνθηκε το στομάχι του να ανεβαίνει μέχρι το λαιμό. Ζήτησε συγγνώμη και πήγε στην τουαλέτα. Θα πρέπει να ήταν ένας κόσμος φρικτός σκέφθηκε, απάνθρωπος.
Αποφάσισε ότι η Αλίκη δεν χρειαζόταν βιβλιοθήκη γιατί άμα χρειαζόταν βιβλιοθήκη θα μάθαινε και τότε δεν θα μπορούσε να την πουλήσει πουθενά. Πήγε τρέχοντας στο σπίτι και αποφάσισε να μην βγει τα επόμενα δέκα χρόνια. Κάθισε στον υπολογιστή και άρχισε να σχεδιάζει πως θα βάλλει φωτιά στην βιβλιοθήκη της Αλίκης. Μετά από ώρα το είχε καταστρώσει. Στην αποθήκη υπήρχε ένα πράγμα που λέγετε λαμπατέρ και παλιά όταν χρησιμοποιούσαν ρεύμα το είχαν για να φωτίζονται. Η Αλίκη θα πάει να βάλλει το λαμπατέρ στον κβαντικό ενεργοποιητή του τοίχου και θα πάρει το κτίριο φωτιά, από την υπερφόρτωση. Μαζί θα καεί κάθε βιβλίο αλλά η Αλίκη θα γλιτώσει γιατί αποφάσισε ότι το βράδυ θα το περνούσαν μαζί. Θα την καλούσε στο δωμάτιο του για να την γνωρίσει καλύτερα.
Όλα εκτελέστηκαν στην εντέλεια. Η Αλίκη πήγε το λαμπατέρ αυτό πήρε φωτιά και στην αρχή πήραν φωτιά κάτι περιοδικά. Μετά η φωτιά άρχισε να καίει το υπόγειο. Μόλις άρχισε να καίγονται τα βιβλία ένοιωσε μια μυρωδιά καμένου στο σπίτι του. «Έχω πετύχει την τέλεια προσομοίωση» σκέφτηκε βάζει άλλος φωτιά και μυρίζω εγώ» Το τελευταίο συλλογισμό τον έκανε πηδώντας από την καρέκλα καθώς η φωτιά είχε φάει το μισό του σπίτι. Απειλούσε τώρα τον υπολογιστή. Προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα να φύγει τουλάχιστον από το μπαλκόνι. Ηταν αδύνατο γιατί όλα ήταν ερμητικά κλειστά. Θα έμενε εκεί λοιπόν, θα πέθαινε…
Ο περιποιητής ονείρων αποκοιμήθηκε έξω από την συσκευή ονείρων. Στον ύπνο του είχε αρχίσει η πυρκαγιά .. ποιος ξέρει ποιος κι αυτόν να τον ονειρεύεται , ποιος ξέρει και να ξυπνήσει και να μην υπάρχει πια, ποιος να το ξέρει…
Περισσότερα... »
